Η Βιέννη ανήκει στις πόλεις που σε εντυπωσιάζουν από την πρώτη ματιά. Η αλήθεια είναι ότι το περίμενα. Αυτό που δεν περίμενα όμως είναι το γεγονός ότι η Βιέννη, μια πόλη δύο εκατομμυρίων ανθρώπων, θα διεκδικούσε στο μυαλό και στην καρδιά μου και τον τίτλο της πιο ήρεμης πρωτεύουσας κράτους που έχω επισκεφθεί ποτέ!

Ξεκινήσαμε μια Κυριακή απόγευμα του Αυγούστου. Οδηγήσαμε ως τη Θεσσαλονίκη, διανυκτερεύσαμε εκεί, αφήσαμε το αυτοκίνητο σε πάρκινγκ κοντά στο αεροδρόμιο και τη Δευτέρα το πρωί πετάξαμε με Ryanair. Κλασική βορειοελλαδίτικη συνταγή για φθηνό ευρωπαϊκό ταξίδι!
Η πρώτη ώρα, και μια αναποδιά που βγήκε σε καλό
Μας υποδέχτηκε μια Βιέννη ηλιόλουστη. Πήραμε το τρένο από το αεροδρόμιο, αλλά η γραμμή είχε πρόβλημα εκείνες τις μέρες και σε ένα σημείο μας κατέβασαν και μας πήραν με λεωφορείο της εταιρείας των σιδηροδρόμων. Σας θυμίζει κάτι;
Όμως, σε αντίθεση με ό,τι φαντάζεστε, δεν ταλαιπωρηθήκαμε καθόλου. Το υπερσύγχρονο λεωφορείο μάς άφησε έξω από στάση μετρό, δύο λεπτά περπάτημα, και συνεχίσαμε. Στην πορεία, από το παράθυρο, είδαμε γειτονιές που αλλιώς δεν θα βλέπαμε ποτέ. Η αλλαγή στο σχέδιο έγινε η πρώτη μας ξενάγηση στην αριστοκρατική Βιέννη! Άλλωστε, σε μια πόλη, που όπως διαπιστώσαμε, σχεδόν όλα λειτουργούν άψογα, ακόμη και όταν κάτι χαλάει, κάποιος έχει ήδη φροντίσει να υπάρχει εναλλακτική λύση!
Χαμηλοί τόνοι παντού
Τις επόμενες τρεις μέρες κινηθήκαμε παντού με μετρό, τραμ και τα ποδαράκια μας. Το ξενοδοχείο μας είχε σε πολύ κοντινή απόσταση τη στάση μετρό Rossauer Lände και αυτή αποτέλεσε το βασικό σημείο των μετακινήσεών μας.
Και εδώ είναι που με κέρδισε η Βιέννη. Τα περισσότερα οχήματα ηλεκτρικά, άρα καθαρός αέρας και ησυχία. Πράσινο παντού, πάρκα περιποιημένα. Δημόσιες τουαλέτες πεντακάθαρες, με μικρό αντίτιμο (συνήθως 50 λεπτά), όποια ώρα κι αν τις χρειαστείς. Κάδοι τόσο καθαροί, που δεν έχω ξαναδεί σε τόσο μεγάλη πόλη, στην Ελλάδα, δε, μάλλον πουθενά.
Άνθρωποι που κάνουν τζόκινγκ στη Ringstraße, που κυκλοφορούν με ποδήλατα, που ξαπλώνουν στα πάρκα και κάθονται στα παγκάκια χωρίς να βιάζονται.

Και κανείς δεν ύψωνε τη φωνή του. Για μας τους Έλληνες, που είμαστε φωνακλάδες, ήταν κάτι που δεν γινόταν να μην το παρατηρήσεις από την πρώτη στιγμή. Όσο μεγαλώνεις, αρχίζεις να εκτιμάς την ησυχία και την ήρεμη καθημερινότητα και η Βιέννη, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί με έκανε να σκέφτομαι, πόσο θα ήθελα να ζω σε μια τέτοια πόλη, όπου το αστικό περιβάλλον είναι διαμορφωμένο με γνώμονα την άνεση και ευζωία του πολίτη και η καθημερινότητα δεν σου προκαλεί περισσότερο άγχος από αυτό που μπορεί ήδη να έχεις για προσωπικούς ή κοινωνικούς λόγους! Τέλος, όμως, η γκρίνια. Πάμε να γνωρίσουμε την πόλη!
Δούναβης: εκεί που η πόλη συναντά το νερό
Η Βιέννη έχει μια πράσινη, ήρεμη πλευρά — εκεί όπου ο Δούναβης συναντά την πόλη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτές οι βόλτες δίπλα στο νερό είναι από τις αγαπημένες μου στα ταξίδια. Στη Βιέννη, ο Δούναβης δίνει στην πόλη έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό.

Ξεκινήσαμε από το ξενοδοχείο, πολύ κοντά στις όχθες του ποταμού και περπατήσαμε κατά μήκος του προς το κέντρο. Αυτές τις τρεις ημέρες, μου άρεσε ιδιαίτερα να περπατώ στις γέφυρες που ενώνουν τις όχθες του πολυτραγουδισμένου ποταμού, ανάμεσα στα δέντρα και στο πράσινο, με το νερό να κυλάει από κάτω και την πόλη να ανοίγεται γύρω μου. Είναι από εκείνες τις βόλτες που δεν χρειάζονται πρόγραμμα, ούτε κάποιο συγκεκριμένο αξιοθέατο. Απλώς περπατάς, κοιτάς, αναπνέεις και αφήνεις την πόλη να σου αποκαλυφθεί λίγο διαφορετικά.
Πρώτη μέρα: εκκλησίες, σνίτσελ και ο καναπές του Φρόυντ
Η πρώτη μας βόλτα ξεκίνησε από τη Votivkirche, μια εντυπωσιακή νεογοτθική εκκλησία, που χτίστηκε με χρήματα από δημόσιο έρανο ως ευχαριστήριο μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ το 1853.

Ακριβώς μπροστά απλώνεται το Πάρκο Ζίγκμουντ Φρόυντ, βαφτισμένο όχι τυχαία έτσι, καθώς εκεί δίπλα, στο Πανεπιστήμιο και στο Γενικό Νοσοκομείο, σπούδασε και εργάστηκε ο πατέρας της ψυχανάλυσης.

Περπατήσαμε γύρω από τα κτίρια του Πανεπιστημίου, που είναι υπέροχα, και καταλήξαμε σε ένα παραδοσιακό βιεννέζικο εστιατόριο, το Gasthaus Rebhuhn, στην οδό Berggasse.
Και εδώ η σύμπτωση: η Berggasse είναι ο ίδιος δρόμος που στο νούμερο 19 έχει το διαμέρισμα του Φρόυντ, εκεί που έζησε και δεχόταν ασθενείς σχεδόν πενήντα χρόνια, σήμερα το Sigmund Freud Museum. Φάγαμε δηλαδή σνίτσελ λίγες πόρτες πιο κάτω από τον καναπέ του πατέρα της ψυχανάλυσης, αφού είχαμε ήδη περάσει από το πάρκο με το όνομά του!
Όσο για το σνίτσελ, παρόλο που δεν είμαι ιδιαίτερα φίλη του είδους, ομολογώ ότι το βιεννέζικο ήταν εξαιρετικό. Ιδιαίτερα λεπτό, τραγανό απ’ έξω και πολύ γευστικό. Τα λουκάνικα όμως δεν με ενθουσίασαν, τα Ελληνικά χωριάτικα είναι πολύ καλύτερα. Ντόπια μπύρα, φυσικά, ήπιαμε. Όλοι πίνουν μπύρα. Ίσως περισσότερο κι από νερό, μια και στα εστιατόρια και στις καφετέριες της Βιέννης η μπύρα κοστίζει σχεδόν το ίδιο – μερικές φορές λιγότερο – από ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό!
Μια πόλη με άρωμα Ελλάδας
Μετά από μια ολιγόωρη μεσημεριανή σιέστα στο ξενοδοχείο, που τελικά δεν ήταν και πολύ μακριά από το ιστορικό κέντρο, το απόγευμα ξαναβγήκαμε για να εξερευνήσουμε την κομψή αυτή πόλη. Κατεβήκαμε στον σταθμό του μετρό Rathaus, όπου είναι κομβικός για όποιον θέλει να περιηγηθεί στο ιστορικό κέντρο, εφόσον πολλά από τα αξιόλογα μνημεία και κτίρια βρίσκονται εκεί κοντά.
Το πρώτο εμβληματικό κτίριο που σε ξαφνιάζει με το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του είναι το κτίριο του Αυστριακού Κοινοβουλίου. Θα μπορούσες να πεις ότι είναι κυριολεκτικά ένας αρχαιοελληνικός ναός, με οκτάστυλη κορινθιακή πρόσοψη. Στην νότια πλευρά του σε υποδέχονται οχτώ εντυπωσιακές Καρυάτιδες, εμπνευσμένες από το Ερεχθείο της Ακρόπολης και στην πρόσοψη το τεράστιο άγαλμα της Αθηνάς Παλλάδας σε κάνει να νιώθεις περίεργα οικεία!


Δεν είναι τυχαίο. Αρχιτέκτονας ήταν ο Δανός Θεόφιλος Χάνσεν, ο ίδιος που σχεδίασε την Ακαδημία Αθηνών, την Εθνική Βιβλιοθήκη, το Αστεροσκοπείο και το Ζάππειο. Είχε ζήσει οκτώ χρόνια στην Αθήνα, από το 1838 ως το 1846, και πίστευε βαθιά ότι η αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική είναι η αιώνια, τέλεια μορφή. Όταν, λοιπόν, του ζητήθηκε να στεγάσει το κοινοβούλιο μιας αυτοκρατορίας, διάλεξε αυτόν τον αρχιτεκτονικό τύπο. Γιατί πίστευε ότι ο οίκος της δημοκρατίας έπρεπε να θυμίζει από που προέρχεται το πολύτιμο αυτό αγαθό!
Γι’ αυτό η Βιέννη μοιάζει κάπως γνώριμη σε εμάς. Ένα μεγάλο κομμάτι του κέντρου της ανήκει στον ιστορισμό της Ringstraße: το 1857 ο αυτοκράτορας γκρέμισε τα μεσαιωνικά τείχη και στη θέση τους κάθε νέο κτίριο πήρε τον ιστορικό ρυθμό που ταίριαζε στη λειτουργία του. Ελληνικός ναός για το κοινοβούλιο, γοτθικό για το δημαρχείο των πολιτών, αναγεννησιακό για το πανεπιστήμιο, μπαρόκ για το θέατρο της αυτοκρατορίας. Νιώθεις σαν να περπατάς μέσα σε ένα εγχειρίδιο ιστορίας της αρχιτεκτονικής!

Το Δημαρχείο και μια έκπληξη του καλοκαιριού
Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς την Rathausplatz, δηλαδή την Πλατεία του Δημαρχείου, που βρίσκεται σε ένα τμήμα του Rathaus Park, ενός τεράστιου πάρκου που σφύζει από ζωή κάθε ώρα της ημέρας. Το Δημαρχείο, ένα νεογοτθικό και τεράστιο κτίριο, χτίστηκε με πρότυπο τα δημαρχεία της Φλάνδρας και στέκει σκόπιμα απέναντι από το αυτοκρατορικό ανάκτορο. Η πόλη απέναντι στον θρόνο…


Και πετύχαμε κάτι που δεν το περιμέναμε. Tο Vienna Film Festival, ένα τεράστιο, υπαίθριο και δωρεάν για όλους πολιτιστικό φεστιβάλ, που διοργανώνεται κάθε χρόνο από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, όσο η ξακουστή Όπερα της Βιέννης είναι κλειστή, μπροστά από το Δημαρχείο της πόλης. Μια τεράστια οθόνη, ένα καλά οργανωμένο αμφιθέατρο με καθίσματα και άλλους χώρους ανάπαυσης, και προβολές κάθε βράδυ, όχι παραδοσιακών ταινιών κινηματογράφου, αλλά μουσικών παραγωγών υψηλής τέχνης —όπως όπερα, κλασική μουσική, τζαζ, ποπ και ροκ συναυλίες. Νωρίτερα μέσα στη μέρα υπάρχουν δραστηριότητες και για παιδιά. Κι απ’ ό,τι είδα στις αφίσες των προηγούμενων εβδομάδων πολλά μεγάλα ονόματα της μουσικής συμμετείχαν. Εκείνο το βράδυ έπαιζε τη Νυχτερίδα του Γιόχαν Στράους, η όπερα που κλασικά εδώ και δεκαετίες παίζεται στην Όπερα της Βιέννης κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς.


Μέσα στο πάρκο, μπροστά από τον χώρο του αμφιθεάτρου, ήταν στημένη μια ολόκληρη υπαίθρια αγορά φαγητού, με γεύσεις από όλο τον κόσμο. Χιλιάδες άνθρωποι, ντόπιοι και τουρίστες, έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν όλοι μαζί, σαν μια τεράστια πολυεθνική παρέα με κοινό παρονομαστή την τέχνη. Νόστιμα εδέσματα και ντόπια μπύρα σε τσουχτερές, βέβαια, τιμές. Βουή και πολυκοσμία παντού, όμως δεν υπήρχε τίποτα πεταμένο κάτω. Προσωπικό της διοργάνωσης μάζευε συνεχώς άδεια ποτήρια και πιάτα. Οι τουαλέτες στο πάρκο πεντακάθαρες. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ αυτό το θεωρώ το πρωταρχικό δείγμα πολιτισμού.



Βραδινή βόλτα και η τέχνη να σε συντροφεύει σε κάθε βήμα
Αφού απολαύσαμε κι εμείς αυτήν την όμορφη ατμόσφαιρα, συνεχίσαμε τη νυχτερινή, πια βόλτα μας προς το Hofburg, περνώντας μέσα από το Volksgarten. Και αν πάτε, ψάξτε μέσα στο πάρκο τον Ναό του Θησέα: είναι πιστό αντίγραφο του Θησείου της Αθήνας, χτισμένο το 1819 για να στεγάσει ένα γλυπτό του Κανόβα. Δεύτερο ελληνικό κτίριο σε μία ώρα περπάτημα!

Το ίδιο το Hofburg δεν είναι ένα ανάκτορο. Είναι επτά αιώνες ιστορίας αποτυπωμένοι σε αρχιτεκτονικές γραμμές και γλυπτική. Ξεκινά από τον 13ο αιώνα και φτάνει ως το 1913, με κάθε αυτοκράτορα να χτίζει τη δική του πτέρυγα χωρίς να γκρεμίζει την προηγούμενη. Είναι ένα “αρχιτεκτονικό βιβλίο” ολόκληρης της δυναστείας των Αψβούργων στην πέτρα. Μέσα στη Neue Burg του συγκροτήματος στεγάζεται το Μουσείο Εφέσου, με τα εξαιρετικά ευρήματα των αυστριακών ανασκαφών στην Έφεσο. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να το δούμε αυτή τη φορά.

Η μεγάλη πλατεία μπροστά, η Heldenplatz, έμεινε για πάντα μισοτελειωμένη. Το σχέδιο προέβλεπε δεύτερη συμμετρική πτέρυγα απέναντι. Ήρθε όμως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, έπεσε η μοναρχία, και το ημικύκλιο δεν έκλεισε ποτέ.
Μπαίνοντας στο Χόφμπουργκ, σήκωσα το βλέμμα και βρέθηκα κάτω από έναν εντυπωσιακό θόλο, με οβάλ ανοίγματα, περίτεχνα διακοσμητικά και μια αρχιτεκτονική συμμετρία που σε κάνει να νιώσεις θαυμασμό. Βρίσκεται στην πτέρυγα του Αγίου Μιχαήλ, πάνω από την εντυπωσιακή είσοδο και την κεντρική δίοδο που συνδέει την πλατεία Michaelerplatz με το εσωτερικό του ανακτόρου.



Θαύμασα την αρχιτεκτονική, τα σιντριβάνια, τα γλυπτά. Σε αυτή την πόλη, όπου κι αν σταθείς, υπάρχει ένα έργο τέχνης που θα σου πει μια ιστορία. Σταθήκαμε σε ένα από αυτά που μας έκανε εντύπωση: Το σύμπλεγμα «Η Δύναμη στη Θάλασσα», στην πρόσοψη της Νέας Πτέρυγας του Αγίου Μιχαήλ του Αυστριακού γλύπτη Rudolf Weyr, που δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Η κεντρική γυναικεία μορφή είναι η προσωποποίηση της Αυστρίας, με χαρακτηριστικά που θυμίζουν τη μορφή της Νίκης. Στέκεται στην πλώρη ενός πλοίου, ενώ κάτω από αυτήν εμφανίζονται μυθικές θαλάσσιες μορφές, ανάμεσά τους ο Ποσειδώνας. Το έργο συμβολίζει την αυστριακή ναυτική δύναμη και την κυριαρχία στη θάλασσα.




Περάσαμε από την Kohlmarkt και τον Graben με τα ακριβά μαγαζιά, φτάσαμε ως τη Στήλη της Πανώλης και είδαμε από μακριά τον Άγιο Στέφανο φωτισμένο. Τα αφήσαμε όμως και τα δύο για την επόμενη μέρα, να τα δούμε με το φως του ήλιου και να τα εξερευνήσουμε με λεπτομέρεια.
Δεύτερη μέρα: μπουγάτσα στη Βιέννη

Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε γευστικά. Πήραμε το μετρό, δύο μόλις στάσεις, και πήγαμε στη Wallensteinstraße, στο 20ό διαμέρισμα, για τον φούρνο Boro Bäckerei. Το είχαμε δει σε κάποιο βίντεο στο YouTube.
Ναι, τρώνε και στη Βιέννη μπουγάτσα! Λίγο διαφορετική από τη δική μας, αλλά με πολύ ωραίο τραγανό φύλλο. Δοκιμάσαμε με κιμά και με τυρί. Μόνο που δεν είναι ακριβώς μπουγάτσα. Είναι αυτό που οι ανατολίτες ονομάζουν burek. Το ότι το βρίσκεις στη Βιέννη δεν είναι τυχαίο: η Brigittenau είναι ιστορικά εργατική και μεταναστευτική συνοικία, με βαλκανικές οικογένειες εγκατεστημένες εδώ και δεκαετίες.
Επίσκεψη στον Άγιο Στέφανο
Τοπόσημο της πόλης, ο μεγαλόπρεπος αυτός καθεδρικός ναός είναι πραγματικά άξιος προσοχής. Λίγα πράγματα που αξίζει να ξέρετε πριν πάτε: η δυτική πρόσοψη με την Πύλη των Γιγάντων και τους δύο πύργους είναι ρωμανική, του 13ου αιώνα. Όλο το υπόλοιπο είναι γοτθικό. Ο νότιος πύργος, 136 μέτρα, ολοκληρώθηκε το 1433. Ο βόρειος δεν τελείωσε ποτέ, γιατί τελείωσαν τα χρήματα. Η στέγη έχει 230.000 γυαλισμένα κεραμίδια που σχηματίζουν τον δικέφαλο αετό των Αψβούργων στη μία πλευρά.




Και η ιστορία που μας έμεινε: το 1945 δεν τον κατέστρεψαν οι βόμβες. Φωτιές από λεηλασίες σε γειτονικά μαγαζιά οδήγησαν στην καταστροφή του. Η στέγη κατέρρευσε, η μεγάλη καμπάνα έλιωσε. Ξαναχτίστηκε όμως με δωρεές, και κάθε ένα από τα εννιά ομόσπονδα κρατίδια της Αυστρίας πλήρωσε από ένα κομμάτι.
Η Στήλη της Πανώλης

Αν έρθεις Βιέννη, είναι δύσκολο να μην περάσεις από μπροστά της. Και θα σταθείς. Γιατί και αυτό το μπαρόκ γλυπτό λέει μια σημαντική ιστορία.
Την έταξε ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α΄ όταν έφυγε από τη Βιέννη κατά την επιδημία της πανούκλας του 1679. Κάτω γονατίζει ο ίδιος προσευχόμενος, χωρίς στέμμα. Δίπλα, ένα φτερωτό πνεύμα γκρεμίζει στην άβυσσο μια γηραιά γυναικεία μορφή, που είναι προσωποποιημένη η ίδια η Πανώλη. Και ψηλά, μέσα σε σύννεφα, η Αγία Τριάδα. Γι’ αυτό και λέγεται και “Στήλη της Αγίας Τριάδας”. Ένα δημόσιο τάμα, σκαλισμένο σε πέτρα. Το μνημείο αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τη νοοτροπία της εποχής: την πίστη στη θεία παρέμβαση, την ανάγκη συλλογικής ευγνωμοσύνης μετά από μια καταστροφή και τη σύνδεση της θρησκείας με την πολιτική εξουσία.
Βρίσκεται στην οδό Graben, στο κέντρο της πεζοδρομημένης εμπορικής περιοχής. Θα τη συναντήσεις περίπου στη μέση της διαδρομής ανάμεσα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου και την περιοχή του ανακτόρου Hofburg.
Ένας κήπος γεμάτος μουσική
Μέσα στο καταπράσινο Burggarten, πίσω από το Χόφμπουργκ, βρίσκεται ένα από τα πιο αγαπημένα σημεία της Βιέννης για τους φίλους της μουσικής: το μνημείο του Μότσαρτ. Ο μεγάλος συνθέτης στέκεται αγέρωχος, ενώ μπροστά του ένα παρτέρι σε σχήμα μουσικού κλειδιού του Σολ συμπληρώνει με τον πιο όμορφο τρόπο το σκηνικό. Μου άρεσε αυτή η μικρή μουσική έκπληξη μέσα στο πάρκο, μια υπενθύμιση πως η Βιέννη είναι μία από τις σημαντικότερες κοιτίδες της Ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής.

Η Όπερα και η τούρτα
Στις δέκα η ώρα της ίδιας μέρας είχαμε προγραμματισμένη ξενάγηση στην Όπερα της Βιέννης και εντυπωσιαστήκαμε πραγματικά. Μας έδειξαν λεπτομέρειες του εσωτερικού και μας εξήγησαν πώς λειτουργεί ο χώρος. Μας αποκάλυψαν επίσης και το πώς κάθε χρόνο, για τον περίφημο Χορό της Όπερας, που σχεδόν όλοι βλέπουμε αποσπάσματα από τις τηλεοράσεις μας, το δάπεδο της πλατείας ανεβαίνει στο ύψος της σκηνής και ολόκληρο το θέατρο γίνεται αίθουσα χορού. Τα εισιτήρια βέβαια είναι πανάκριβα και εξαντλούνται από τις πρώτες μέρες. Ήδη για τον Φεβρουάριο του 2027 είναι sold out!



Η Όπερα βομβαρδίστηκε τον Μάρτιο του 1945 και ξανάνοιξε στις 5 Νοεμβρίου 1955 με τον Φιντέλιο του Μπετόβεν. Επιλέχθηκε επειδή είναι ένα έργο που μιλά για την απελευθέρωση, λίγους μήνες μετά τη Συνθήκη της Βιέννης και την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων από την Αυστρία.

Αν θέλετε να δείτε παράσταση χωρίς να δώσετε μια περιουσία, η Όπερα της Βιέννης διαθέτει θέσεις όρθιων σε συμβολική τιμή λίγων ευρώ, που πωλούνται λίγο πριν την παράσταση. Είναι θεσμός εδώ και δεκαετίες. Το κανονικό εισιτήριο για καθήμενους ποικίλει ανά παραγωγή για τους ενήλικες, ενώ τα παιδικά έχουν 20€. Η ξενάγηση κοστίζει περίπου 20€ επίσης.
Μετά από τόσο περπάτημα ένα διάλειμμα ήταν απαραίτητο, κι εγώ είχα άλλωστε τον διακαή πόθο να δοκιμάσω τη διάσημη Sachertorte. Είχαμε ακούσει για το περίφημο Café Sacher, με τις τεράστιες ουρές και τις τσουχτερές τιμές. Εμείς προτιμήσαμε το ζαχαροπλαστείο Zanoni & Zanoni στην Rotenturmstraße, που είναι γνωστό κυρίως για το νόστιμο παγωτό του, αλλά και για τα γλυκά του. Δοκίμασα λοιπόν εκεί και την ευχαριστήθηκα μια χαρά. Η ιστορία πάντως έχει πλάκα: το Sacher και το Demel είναι σε δικαστική διαμάχη εδώ και χρόνια για το ποιος δικαιούται να λέει τη δική του «αυθεντική τούρτα Ζάχερ» και η διαφορά κρινόταν στο αν μπαίνει μία στρώση μαρμελάδας βερίκοκο ή δύο… Εσάς βέβαια δεν θα πρέπει να σας απασχολούν τέτοια πράγματα. Απλώς απολαύστε την!
Το Kunsthistorisches Museum και γιατί έμεινα έκθαμβη
Το Kunsthistorisches Museum βρίσκεται στην Maria-Theresien-Platz, ανάμεσα στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, δύο επιβλητικά, δίδυμα κτίρια που δεσπόζουν σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς δημόσιους χώρους της Βιέννης. Η πλατεία είναι αφιερωμένη στη Μαρία Θηρεσία, την ισχυρή αυτοκράτειρα των Αψβούργων, και στο κέντρο της δεσπόζει το μνημειώδες άγαλμά της, περιτριγυρισμένο από σημαντικές προσωπικότητες της εποχής της. Εδώ η αυτοκρατορική ιστορία συναντά την τέχνη και τον πολιτισμό, δημιουργώντας ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της πόλης.


Εννοείται είχαμε κλείσει εβδομάδες πριν διαδικτυακά εισιτήρια. Αν τα κλείσετε μέσω booking, όπως εμείς, θα πρέπει πρώτα να πάτε στο εξωτερικό δεξί ταμείο για να ανταλλάξετε τα vouchers σας με εισιτήρια πριν μπείτε μέσα. Μπαίνοντας αριστερά υπάρχει μεγάλος χώρος με ντουλαπάκια για να αφήσετε τα πράγματά σας.
Όταν αρχίσαμε την περιήγηση, έχασα κυριολεκτικά την αίσθηση του χρόνου. Με “κατάπιε” με την ομορφιά και τον πλούτο του.

Η ελληνική και ρωμαϊκή συλλογή, η εξαιρετική αιγυπτιακή συλλογή, τα γλυπτά, τα αντικείμενα τέχνης. Για μια αρχαιολόγο, είναι ένας μικρός παράδεισος. Και ανακαλύψαμε και μια λεπτομέρεια που δεν περίμενα: οι αίθουσες της αιγυπτιακής συλλογής δεν είναι απλώς διακοσμημένες με αιγυπτιακά μοτίβα. Τρεις αυθεντικοί αρχαίοι κίονες από ναό της Άθωρ μεταφέρθηκαν εκεί και στηρίζουν πραγματικά την οροφή!


Δεν μπήκα καθόλου στη σκέψη “γιατί να βρίσκονται εδώ, είναι κλεμμένα” κλπ. Απλώς απόλαυσα την ομορφιά και ρούφηξα τη γνώση που μου έδωσε η ευκαιρία. Όλα τα άλλα, είναι μια μεγάλη ιστορία, που σίγουρα ένα προσωπικό, ταξιδιωτικό ιστολόγιο δεν είναι ο πιο κατάλληλος χώρος για να αναπτυχθεί.


Εκείνο που με ενθουσίασε εξίσου ήταν η ζωγραφική. Μπροστά στα έργα μεγάλων ζωγράφων, από τον Βελάσκεθ και τον Ρούμπενς μέχρι τον Βερμέερ, ένιωσα εκείνη τη γνώριμη συγκίνηση που σου προκαλεί η τέχνη όταν στέκεσαι απέναντί της και δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Και φυσικά, η συνάντηση με τον αγαπημένο μου Καραβάτζιο ήταν από τις στιγμές που θα θυμάμαι. Το φως, οι σκιές, η ένταση των μορφών του… Κάθε φορά που βλέπω έργο του από κοντά, έχω την αίσθηση ότι οι μορφές του πρόκειται να κινηθούν και να βγουν από τον καμβά.



Και μια πληροφορία για τους καημένους συντρόφους αρχαιολόγων και φιλότεχνων που ξεποδαριάζονται μαζί μας: Στις πτέρυγες της ζωγραφικής έχει υπέροχους, αναπαυτικούς καναπέδες για να ξαποστάσετε κι εσείς, ψυχούλες!
Στην καντίνα του Leo – Würstelstand & Käsekrainer
Το βράδυ αποφασίσαμε να αφήσουμε για λίγο τα μουσεία και τα μεγαλοπρεπή κτίρια και να γνωρίσουμε μια άλλη πλευρά της Βιέννης: το street food. Και τι καλύτερο από ένα αυθεντικό Würstelstand. Τα περίφημα Würstelstände, τα μικρά υπαίθρια περίπτερα της πόλης, αποτελούν κομμάτι της βιεννέζικης γαστρονομικής κουλτούρας και από το 2024 έχουν ενταχθεί στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO.
Επιλέξαμε το Wurstelstand Leo, το παλαιότερο της πόλης, που λειτουργεί από το 1928 και παραμένει οικογενειακή επιχείρηση. Δεν είναι κάποιο «δήθεν» τουριστικό αξιοθέατο. Είναι ένα μέρος όπου σταματούν Βιεννέζοι και επισκέπτες, μέρα και νύχτα, για ένα γρήγορο λουκάνικο και μια μπύρα. Εδώ σταρ είναι η Käsekrainer, το καπνιστό λουκάνικο γεμισμένο με λιωμένο τυρί, ενώ για τους πολύ πεινασμένους υπάρχει η περίφημη Big Mama — μια γιγαντιαία Käsekrainer, πάνω από μισό κιλό, που σερβίρεται με ψωμί, σάλτσες και συνοδευτικά και προορίζεται για ένα έως τέσσερα άτομα. Απλό, χορταστικό, χωρίς γαστρονομικές φιλοδοξίες — μια μικρή γεύση της καθημερινής Βιέννης. Και οι ταξιδιώτες φαίνεται να συμφωνούν: οι κριτικές είναι γενικά πολύ θετικές, ιδιαίτερα για την Käsekrainer, αν και υπάρχουν και πρόσφατες αρνητικές εμπειρίες σχετικά με την αναμονή και την εξυπηρέτηση.
Μου άρεσε η ιδέα να φάω όπως οι ντόπιοι, αν και δεν εντυπωσιάστηκα με τα λουκάνικα. Τα ελληνικά τα θεωρώ πολύ γευστικότερα.
Μετά επιστρέψαμε στη γειτονιά μας, ήπιαμε μια μπύρα σε ένα μπαράκι δίπλα και πέσαμε για ύπνο, γιατί η επόμενη μέρα είχε πάλι πολύ πλούσιο πρόγραμμα.
Το Σένμπρουν χωρίς εισιτήριο
Ξεκινήσαμε με το ανάκτορο Σένμπρουν, τη θερινή κατοικία των Αψβούργων που συνδέεται κυρίως με τη Μαρία Θηρεσία, η οποία το μεταμόρφωσε και του έδωσε σε μεγάλο βαθμό τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, κατά τον 18ο αιώνα. Η γνωστότερη σε μας πριγκίπισσα Σίσι περνούσε εδώ τα καλοκαίρια της, όταν δεν βρισκόταν στην Κέρκυρα!
Και πόση ιστορία χωράει αυτό το παλάτι! Ο εξάχρονος Μότσαρτ έπαιξε εδώ το 1762. Ο Ναπολέων το χρησιμοποίησε ως στρατηγείο. Ο Φραγκίσκος Ιωσήφ γεννήθηκε εδώ το 1830 και πέθανε εδώ το 1916.



Δεν μπήκαμε στο εσωτερικό. Η αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια με εντυπωσιάζει, αλλά δεν με αγγίζει όσο η τέχνη, η αρχαιολογία και η ζωντανή ιστορία μιας πόλης. Άλλωστε, εχαμε ήδη ξοδέψει αρκετά στο Kunsthistorisches και, ας είμαστε ειλικρινείς, τα εισιτήρια των μουσείων και των μνημείων της Βιέννης είναι τσουχτερά για τα δικά μας δεδομένα. Αλλά δεν το μετανιώσαμε καθόλου.

Γιατί το πάρκο του Σένμπρουν είναι δωρεάν και προσφέρει τόσα πολλά, που μπορείς να περάσεις εκεί ώρες χωρίς να χρειαστεί να αγοράσεις εισιτήριο. Περπατήσαμε στους κήπους, θαυμάσαμε την κρήνη του Ποσειδώνα και ανεβήκαμε προς τη Γκλοριέτ, από όπου η θέα απλώνεται πάνω από το παλάτι και ολόκληρη τη Βιέννη. Και μια μικρή αρχαιολογική παρατήρηση για όσες και όσους αγαπάτε τέτοιες λεπτομέρειες: μέσα στο πάρκο αναζητήστε τα Ρωμαϊκα Ερείπια του 1778. Πρόκειται για ένα τεχνητό ερείπιο, κατασκευασμένο έτσι, ώστε να μοιάζει με αρχαίο μνημείο που έχει καταρρεύσει. Ο 18ος αιώνας αγαπούσε τόσο πολύ τη μελαγχολία της φθοράς, την ατμόσφαιρα του παρελθόντος και τη γοητεία των αρχαίων ερειπίων!
Naschmarkt: Μια γεύση από την καθημερινή Βιέννη
Από το Σένμπρουν συνεχίσαμε προς τη Naschmarkt, την ιστορική αγορά της Βιέννης, που λειτουργεί στην περιοχή από τα τέλη του 18ου αιώνα. Εδώ αλλάζει εντελώς η ατμόσφαιρα. Πάγκοι με τοπικά προϊόντα, μπαχαρικά, φρούτα, τυριά και γεύσεις από κάθε γωνιά του κόσμου. Μια μικρή πολυπολιτισμική περιήγηση μέσα στην πόλη. Καθίσαμε για λίγο, ξαποστάσαμε με ένα αναψυκτικό και μια μπύρα και απολαύσαμε τη βόλτα μας χωρίς βιασύνη.


Αν βρεθείτε εκεί Σάββατο, δίπλα στην αγορά στήνεται και μεγάλο παζάρι με παλαιά αντικείμενα. Για όσες και όσους αγαπάτε να ψάχνετε μικρούς θησαυρούς, είναι μια ωραία αφορμή να αφιερώσετε λίγο περισσότερο χρόνο στην περιοχή. Ακριβώς απέναντι, στη Linke Wienzeile, βρίσκονται δύο από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια του Ότο Βάγκνερ, με τις εντυπωσιακές προσόψεις τους, διακοσμημένες με πολύχρωμα κεραμικά πλακίδια και φυτικά μοτίβα. Αν αγαπάτε την αρχιτεκτονική, αξίζει να σηκώσετε το βλέμμα. Γιατί η Βιέννη δεν κρύβει την ομορφιά της μόνο στα μεγάλα παλάτια και στα μουσεία.
Το Belvedere κι ένα φιλί (που δεν είδαμε)
Στη συνέχεια, με το τραμ, κατευθυνθήκαμε στο Belvedere. Στις αρχές του 18ου αιώνα ήταν το θερινό ανακτορικό συγκρότημα του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας, ένός από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς ηγέτες της αυστριακής μοναρχίας. Αποτελείται κυρίως από το Άνω και το Κάτω Belvedere, με εντυπωσιακούς μπαρόκ κήπους ανάμεσά τους. Σήμερα το συγκρότημα στεγάζει το Belvedere Museum, με μια σημαντική συλλογή αυστριακής τέχνης — και φυσικά το περίφημο “Φιλί” του Gustav Klimt.


Ο Klimt ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αυστριακούς ζωγράφους και κορυφαία μορφή της βιεννέζικης Art Nouveau και της Vienna Secession, ενώ το χαρακτηριστικό χρυσό, διακοσμητικό ύφος έργων όπως το “Φιλί” έχει γίνει τόσο αναγνωρίσιμο σύμβολο της Βιέννης, ώστε η μορφή του Κλιμτ και τα έργα του να έχουν περάσει σχεδόν παντού — από αφίσες και καρτ ποστάλ μέχρι μαγνητάκια και κάθε λογής σουβενίρ.
Αν και ο Κλιμτ συγκαταλέγεται στους αγαπημένους μου ζωγράφους και ένα αντίγραφο του “Φιλιού” κοσμεί εδώ και χρόνια το υπνοδωμάτιό μου, δεν του κάναμε την τιμή να το δούμε από κοντά. Οι εξαντλητικές ουρές και τα ακριβά εισιτήρια μας οδήγησαν να επιλέξουμε να θαυμάσαμε το συγκρότημα μόνο απ’ έξω, την αρχιτεκτονική και τους κήπους του.
Ε, ας μείνει και κάτι για την επόμενη φορά! Είναι ένας ωραίος τρόπος να έχεις πάντα έναν λόγο να επιστρέψεις σε έναν τόπο που σου άρεσε!
Τελευταίος σταθμός: Το Πράτερ και η μεγάλη ρόδα
Για το τέλος της ημέρας αφήσαμε το Πράτερ, έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς χώρους αναψυχής της Βιέννης. Κάποτε ήταν αυτοκρατορικός κυνηγότοπος. Το 1766 ο Ιωσήφ Β΄ τον άνοιξε στο κοινό και από τότε εξελίχθηκε σε έναν χώρο περιπάτου, διασκέδασης και ψυχαγωγίας.

Το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολό του είναι φυσικά η τεράστια ρόδα, το Wiener Riesenrad, που κατασκευάστηκε το 1897, με αφορμή τα 50 χρόνια βασιλείας του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Αρχικά διέθετε τριάντα καμπίνες. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπέστη σοβαρές ζημιές και, όταν αποκαταστάθηκε, επαναλειτούργησε με δεκαπέντε καμπίνες. Γι’ αυτό και σήμερα οι καμπίνες της φαίνονται τόσο αραιές. Λένε ότι η θέα από ψηλά είναι υπέροχη και μπορείς άνετα να την απολαύσεις γιατί η ρόδα κινείται αρκετά αργά. Όμως η ουρά ήταν τεράστια και δεν είχαμε κλείσει εισιτήριο από πριν, όπότε αποφασίσαμε να μην περιμένουμε.
Το δίδαγμα της ημέρας: όπου κι αν αποφασίσετε να πάτε στη Βιέννη, ειδικά αν ταξιδεύετε τον Αύγουστο ή σε περιόδους αιχμής, φροντίστε να κλείσετε ηλεκτρονικά τα εισιτήριά σας για τα αξιοθέατα που θέλετε οπωσδήποτε να επισκεφθείτε.
Μέσα στο πάρκο ανακαλύψαμε την παραδοσιακή μπυραρία Schweizerhaus. Είναι από εκείνα τα μέρη που έχουν γίνει σχεδόν θεσμός για τους Βιεννέζους. Διαθέτει έναν τεράστιο, καταπράσινο κήπο με τραπέζια κάτω από τα δέντρα, όπου η ατμόσφαιρα είναι περισσότερο biergarten παρά κλασικό εστιατόριο. Το μεγάλο του «ατού» είναι το Stelze, το τραγανό και ζουμερό χοιρινό κότσι, που συνδυάζεται ιδανικά με την αυθεντική Budweiser από βαρέλι. Στο μενού υπάρχουν επίσης Kartoffelpuffer, ribs και άλλα ψητά. Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία γαστρονομικής στάσης στο Πράτερ και, όπως μάθαμε τον χειμώνα κλείνει και ανοίγει ξανά γύρω στα μέσα Μαρτίου, λειτουργώντας καθημερινά μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου.
Γινόταν χαμός! Ευτυχώς, όμως βρήκαμε τραπέζι. Και κάπου εδώ τελείωσε η προσπάθειά μας να είμαστε εγκρατείς! Το κότσι ήταν απολαυστικό, η μπύρα δροσερή και η ατμόσφαιρα γεμάτη ζωή. Οι τιμές είναι αρκετά υψηλές, αλλά το φαγητό ήταν καλής ποιότητας και η εμπειρία άξιζε.
Και να έχετε στο νου σας ότι σε όλα τα εστιατόρια στη Βιέννη, επιλέγεις υποχρεωτικά σχεδόν το φιλοδώρημα των σερβιτόρων.

Τι κρατάω από τη Βιέννη
Την επόμενη μέρα πήραμε το τρένο για τον επόμενο προορισμό μας, που θα σας διηγηθώ στο επόμενο άρθρο.
Τί κρατάω, λοιπόν, από τη Βιέννη; Όχι μόνο την τέχνη, τα ανάκτορα και τα εντυπωσιακά κτίρια.
Κρατάω την ησυχία της πόλης. Την αίσθηση ότι χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να διασκεδάζουν σε έναν δημόσιο χώρο χωρίς να τον μετατρέπουν σε σκουπιδότοπο. Τον σεβασμό στα παλιά κτίρια, την αρχιτεκτονική που διατηρεί τον χαρακτήρα της και τη φροντίδα που φαίνεται ακόμη και στις μικρές λεπτομέρειες.
Κρατάω την αίσθηση ότι ο πολιτισμός δεν βρίσκεται μόνο μέσα στα μουσεία. Είναι στους δρόμους, στις πλατείες, στα κτίρια, στα πάρκα, στις αγορές και στον τρόπο που μια πόλη φροντίζει τον δημόσιο χώρο της.
Και κάτι ακόμη, ιδιαίτερα για όσες και όσους αγαπάτε τον πολιτιστικό ή τον γαστρονομικό τουρισμό: η Βιέννη έχει πολλά να προσφέρει. Μνημεία, μουσεία, ιστορία σε κάθε γωνιά, αλλά και γεύσεις από διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης, συγκεντρωμένες στην ίδια πόλη. Μπορείς το πρωί να θαυμάζεις αρχαία γλυπτά και το βράδυ να απολαμβάνεις ένα εξαιρετικό κότσι με μπύρα. Και ανάμεσα στα δύο, να περπατάς σε δρόμους που μοιάζουν να έχουν βγει από άλλη εποχή.
Η Βιέννη έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να συνδυάζει τη μεγαλοπρέπεια με την καθημερινότητα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει για να εντυπωσιάσει. Το κάνει με χαμηλούς τόνους, με αισθητική και με μια αίσθηση τάξης που προσωπικά εκτίμησα πολύ.
Και κρατάω, τέλος, κάτι που για μένα είναι ίσως το σημαντικότερο: Μπορείς να γνωρίσεις μια πόλη χωρίς να μπεις σε κάθε μουσείο, χωρίς να δεις κάθε αξιοθέατο και χωρίς να εξαντληθείς. Μπορείς να την περπατήσεις, να την παρατηρήσεις, να δοκιμάσεις τις γεύσεις της, να χαθείς λίγο στους δρόμους της και να αφήσεις κάτι για την επόμενη φορά.
Γιατί ένα ταξίδι δεν είναι λίστα με αξιοθέατα που πρέπει να τσεκάρεις. Είναι οι στιγμές που παίρνεις μαζί σου όταν επιστρέφεις.
Και η Βιέννη, για μένα, άφησε αρκετές.
Τα λέμε!
